βαρβός

βαρβός
Grammatical information: m.
Meaning: = μύστρον (`spoon') (Ar. fr. 341).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown.

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βαρβός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάρβος — (barbus). Ψάρι τελεόστεο της οικογένειας των κυπρινιδών. Ζει σε λίμνες και σε βαθιά ποτάμια, έχει σώμα ατρακτοειδές, το μήκος του υπερβαίνει κάποτε τα 50 εκ. και το βάρος του φτάνει τα 5 6 κιλά. Έχει τέσσερα χαρακτηριστικά μουστάκια, που… …   Dictionary of Greek

  • Βάρβος — Επώνυμο οικογένειας Ενετών αποίκων της Κρήτης που εξελληνίστηκε. Οι αδερφοί Αντώνιος και Γεώργιος Β., πολέμησαν στην επανάσταση του 1363, στην οποία Κρητικοί και Ενετοί άποικοι του νησιού αποκήρυξαν από κοινού την ενετική κυριαρχία και κήρυξαν… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.